Ένα βράδυ τον άκουσα να μουγκρίζει την ανείπωτη προσευχή του, γυμνός από αλύγιστα πάθη, συνομωτούσαν τα δεσμά της κραυγής του με την ομολογία μιας αθανασίας νεκρής. Έπεφταν οι κεραυνοί ένας ένας στο πρόσωπό του, και κείνος συνηρμολογούμενος κάθε μέρα στο σχήμα της ζωής, άπλωνε πάνω απ' τη νύχτα τους γκρεμούς που σκαρφάλωναν στα άδυτα της κατάρας του και όπως ρύθμιζε την ανάσα του, δίκαζε ξανά
Περισσότερα... »

