Βράζω. Καιρό τώρα που ακούω εσένα και τους ομοίους σου να πετάτε τη μία μαλακία μετά την άλλη, βράζω. Τόσο πολύ βράζω, που μ’ ανεβαίνει κύμα στο στόμα ο θυμός κι η σιχαμάρα, με πνίγει, καμιά φορά μου κόβει και τη μιλιά κιόλας. Δε μου την έκοψε πέρυσι που με πλησίασες στο κλαμπ με την ατάκα: «Ωραίο μαγαζάκι. Μαζεύει όμως, ρε παιδί μου, πολλούς Αλβανούς. Και να, μου βρομάνε». Ούτε τότε που με ρώτησες στο λεωφορείο –σωστός τζέντλεμαν μη χέσω– αν με ενοχλεί ο Αφρικανός δίπλα μου. Εγώ τον ρώτησα, ρε γελοίε, ποιο τρόλεϊ πάει στην πλατεία Αμερικής. Σε διαολόστειλα και τις δύο φορές και πολλές άλλες, να χαθείς από μπροστά μου να μη σε βλέπω, να ξεχάσω την ύπαρξή σου εντελώς. Κι ας με συμβούλευε ανήσυχη η μάνα μου να μη δίνω στόχο, που ‘χει τρελαθεί ο κόσμος, θα μ’ αρπάξουν τίποτα φασίστες και θα με σαπίσουν στο ξύλο, κορίτσι πράμα. Μου κόπηκε όμως η μιλιά προχθές στο κομμωτήριο, που σ’ είδα να σηκώνεσ’ όρθια –προσεχτικά, μην ακουμπήσει πουθενά το νύχι και ξεβάψει–, και σ’ άκουσα να ολοκληρώνεις τον εντυπωσιακό περί μεταναστευτικού μονόλογό σου με την εξής δήλωση: «Στο τέλος-τέλος, τόσα προβλήματα έχουμε. Τους δικούς μας θα κοιτάξουμε πρώτα. Ας πάνε οι μετανάστες να ψοφήσουν στις χώρες τους».Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Σαϊτα - Πετάει ελεύθερη" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
